προσφατα

Διαγνωστικη προσεγγιση της υποτονιας

Ιστορικό και κλινική εξέταση.
Για τη διαφορική διάγνωση της υποτονίας του βρέφους είναι απαραίτητο το λεπτομερές ιστορικό που αρχίζει από την περίοδο της εγκυμοσύνης. Ερωτάται η μητέρα πότε έγιναν αντιληπτά τα πρώτα σκιρτήματα του εμβρύου, τα οποία φυσιολογικά εμφανίζονται συνήθως μεταξύ 18ης-20ης εβδομάδας κύησης, καθώς και η ένταση των σκιρτημάτων. Σε περίπτωση υποκινητικού ή αδιάφορου εμβρύου τίθεται η υπόνοια ενδομήτριας έναρξης του προβλήματος.
Διερευνάται επίσης η ύπαρξη αιμορραγίας του πλακούντα, προώρου τοκετού
ή πολυυδραμνίου.
Το ιστορικό του τοκετού έχει μεγάλη σημασία. Είναι ενδιαφέρον ότι ορισμένα υποτονικά έμβρυα γεννιούνται ασφυκτικά, έστω και αν δεν συντρέχουν απαραίτητα μαιευτικές συνθήκες περιγεννητικής δυσπραγίας, οπότε δημιουργείται υπόνοια κεντρικής υποτονίας.
Δεν είναι σπάνιο το υποτονικό νεογέννητο να θεωρηθεί λανθασμένα προϊόν περιγεννητικής ασφυξίας και να παραβλεφθεί για καιρό το νευρομυικό του πρόβλημα.



Πρέπει ακόμη να αναζητούνται προσεκτικά πληροφορίες από τη νεογνική περίοδο, όπως η ύπαρξη αναπνευστικών προβλημάτων, υπερχολερυθριναιμίας, δυσκολίας στη σίτιση και κατάποση κ.α.
Πολλοί γονείς αναφέρονται στους πρώτους μήνες της ζωής του βρέφους σαν «καλούς» και φυσιολογικούς, ιδίως όταν δεν υπάρχει εμπειρία προηγούμενου παιδιού στην οικογένεια. Επισταμένες όμως ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του βρέφους, όπως η ύπαρξη ευερεθιστότητας, διαταραχές του ύπνου, καθυστέρηση του πρώτου χαμόγελου ή της στήριξης κεφαλής ή και των υπολοίπων σταθμών της ανάπτυξης, μπορεί να διευκρινίσουν πολλές απορίες.
Το οικογενειακό ιστορικό πρέπει να αναφέρεται σε συγκεκριμένες ερωτήσεις, όπως στην ύπαρξη ατόμων που βαδίζουν με δυσκολία και δεν είναι σε θέση να τρέξουν ή να ανέβουν σκάλες ή την πιθανή καθυστέρηση των γονέων να βαδίσουν. Η εξέταση των ιδίων των γονιών βοηθάει συχνά στη λύση του προβλήματος. Η αξία της καλής νευρολογικής εξέτασης δεν χρειάζεται να υπογραμμιστεί περισσότερο.

Κατά την εξέταση του πρόωρου βρέφους, μπορεί κανείς να είναι ελαστικότερος στην εκτίμηση της εξέλιξης του μέχρι το τέλος του πρώτου έτους της ζωής. Για το λόγο αυτό επεκράτησαν δύο ηλικίες αναφοράς, η χρονολογική, που είναι ο χρόνος που έχει περάσει από τη γέννηση και η διορθωμένη ή ηλικία ωριμότητας, όπου από τη χρονολογική αφαιρείται ο χρόνος της προωρότητας. Παρόλο που πολλοί κρίνουν τα πρόωρα με τη διορθωμένη τους ηλικία, πιστεύεται ότι η χρονολογική αποτελεί περισσότερο αντικειμενικό κριτήριο για την έγκαιρη διαπίστωση κινητικής καθυστέρησης ή εγκεφαλικής παράλυσης σε πρόωρα βρέφη.

Εργαστηριακός έλεγχος
Με τη βοήθεια της διαφοροδιαγνωστικής προσέγγισης, ο έλεγχος της υποτονίας του βρέφους μπορεί να περιοριστεί σε ορισμένες εκλεκτικές εξετάσεις, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητα της πάθησης για την οποία υπάρχει υπόνοια.
Χρήσιμο είναι να θυμάται κανείς ότι στο 70% των παιδιών με υποτονία η αιτία είναι κεντρικής αιτιολογίας με πιο συχνές αιτίες την εγκεφαλική παράλυση ή την ιδιοπαθή ψυχοκινητική καθυστέρηση.

Οι εργαστηριακές εξετάσεις διακρίνονται σε εξετάσεις που γίνονται σε όλες τις περιπτώσεις υποτονίας και σε αυτές που γίνονται επιλεκτικά.
Οι πρώτες παρακλινικές εξετάσεις μαζί με τις απεικονιστικές μεθόδους μπορούν να αποκλείσουν τις συχνότερες αιτίες της υποτονίας, είτε πολυσυστηματικές, είτε νευρομυικές. Από αυτές, ορισμένες όπως ο καρυότυπος, το αμινόγραμμα και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα, αποφασίζονται κατά περίπτωση.
Από τις απεικονιστικές μεθόδους, το υπερηχογράφημα εγκεφάλου συνήθως αρκεί για να αποκλείσει σχεδόν όλες τις «κεντρικές» δομικές ανωμαλίες που συνοδεύονται από υποτονία. Όταν η πρόσθια πηγή είναι ανοιχτή σχεδόν ποτέ δεν χρειάζεται αξονική τομογραφία για τη διερεύνηση της υποτονίας. Οι υπέρηχοι μπορεί να χρησιμοποιηθούν και για την εξέταση του σπονδυλικού σωλήνα σε περιπτώσεις κρυφής δισχιδούς ράχης. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι βοηθά και στη μελέτη της δομής των μυών. Οι μύες που πάσχουν από νευρογενείς ή μυϊκές παθήσεις απεικονίζονται με μεγαλύτερη ηχογένεια, σε αντίθεση με τους φυσιολογικούς μυς,
που η υποτονία τους είναι κεντρικής αιτιολογίας και οι οποίοι έχουν φυσιολογική ηχογένεια. Ο έλεγχος αυτός μπορεί να προηγηθεί της μυϊκής βιοψίας.

Είναι γνωστό ότι σε πολλές περιπτώσεις κεντρικής υποτονίας, οι υπέρηχοι ή και η αξονική τομογραφία είναι φυσιολογικά. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να αποκλείσει τη διάγνωση αν αυτή στηρίζεται σε άλλα πειστικά στοιχεία.
Οι απεικονιστικές μέθοδοι δίνουν μόνο μακροσκοπικές δομικές πληροφορίες, που δεν συνεπάγονται απαραίτητα και την άρτια λειτουργία του εγκεφάλου σε μικροσκοπικό επίπεδο. Είναι πιθανόν οι νεότερες μέθοδοι, όπως η μαγνητική τομογραφία να αποκτήσουν στο μέλλον κάποια θέση στη διερεύνηση της κεντρικής υποτονίας.
Προς το παρόν η χρήση τους στο σύνδρομο του υποτονικού βρέφους, ευρίσκεται ακόμη περιορισμένη σε ορισμένα ερευνητικά κέντρα. Οι εξετάσεις οι οποίες γίνονται επιλεκτικά είναι περισσότερο εξειδικευμένες.
Η διαγνωστική προσέγγιση του υποτονικού βρέφους διευκολύνεται σημαντικά από τον προτεινόμενο από τον Dubowitz τρόπο προσπέλασης που λαμβάνει υπόψη τη ύπαρξη ή την απουσία μυϊκής αδυναμίας.

Συνέχεια εδώ ... http://ypotonia.blogspot.gr/2012/04/blog-post_170.html

Το κείμενο αυτό είναι μέρος μιας πολύ αξιόλογης πτυχιακής εργασίας με τίτλο -"Αξιολόγηση και θεραπευτική παρέμβαση σε βρέφη με υποτονία και υπερτονία "- Σχολή Επαγγελμάτων Υγείας και Πρόνοιας -- Τμήμα Φυσιοθεραπείας, 2009 από τον Καχριμανίδη Χρήστο.

Επειδή η εργασία ηταν πολύ μεγάλη την δημοσίευσα τμηματικά. Μπορείτε να δείτε συνοπτικά τους τίτλους των θεμάτων και τις παραπομπές τους εδώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Designed By